Τουρκία

Τουρκία

Things to do - general

Για να γνωρίσεις µια πόλη, πρέπει να την περπατήσεις. Και για να συµβεί αυτό, πρέπει η ίδια η πόλη να σε προκαλέσει, είτε µε το  ιστορικό παρελθόν και τους µύθους της, είτε µε τις σύγχρονες µυρωδιές και τα χρώµατα της. Η Κωνσταντινούπολη είναι από τις πόλεις που σε προκαλούν. Ξανά και ξανά. Κάθε φορά που βαδίζεις στα ατέλειωτα σοκάκια της, σου  αποκαλύπτει και νέα µυστικά της, κάθε φορά που πιστεύεις ότι την έχεις  χορτάσεις, συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις γνωρίσεις τίποτα. Κι υπόσχεσαι στον εαυτό σου να ξαναγυρίσεις…

Η Κωνσταντινούπολη, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της µε την πρώτη µατιά. Δεν είναι µόνο τα βυζαντινά µνηµεία, τα οθωµανικά παλάτια, η σύγχρονη ζωή της και οι πολύβουες αγορές της, αλλά και το µέγεθός της –πληθυσµιακό και πολεοδοµικό: Η αύξηση του πληθυσµού της είναι… εκρηκτική, αν σκεφτεί κανείς ότι από τους 7.500.000 κατοίκους του 1993, έχει εκτοξευτεί σήµερα στους 17.000.000 κατοίκους. Η εσωτερική µετανάστευση κατοίκων από τις ανατολικές, φτωχές περιοχές της χώρας, που αναζητούν στην Πόλη καλύτερες συνθήκες ζωής κι εργασίας, είναι µαζική τα τελευταία χρόνια κι αυτό έχει ως επόµενο αποτέλεσµα την άναρχη δόµηση και την ραγδαία πολεοδοµική επέκταση στις γύρω περιοχές. Σύµφωνα µε στατιστικά στοιχεία, κάθε χρόνο ο πληθυσµός της αυξάνει κατά 5% και οι δρόµοι της κατά 1.000! Ενώ το πολεοδοµικό της συγκρότηµα απλώνεται σε µήκος 150 χλµ και πλάτος 50 χλµ (!).

Από τους σηµαντικότερους τουριστικούς προορισµούς σήµερα, η Κωνσταντινούπολη υποδέχεται κάθε χρόνο περισσότερους από 3.000.000 τουρίστες. Η πλειοψηφία τους κινείται στους ιστορικούς χώρους, αλλά όποιοι επιχειρήσουν να επισκεφτούν και τις γύρω περιοχές ή περιοχές της ασιατικής πλευράς, θα αποζηµιωθούν πλήρως –η φυσική οµορφιά του Βοσπόρου, του Κεράτιου, του Μαρµαρά και των Πριγκηποννήσων είναι µοναδική. Από την άλλη µεριά, θα ικανοποιηθούν από τις γεύσεις της τουρκικής και πολίτικης κουζίνας, την έντονη νυχτερινή ζωή, την ευγένεια των κατοίκων της και, φυσικά, τις αγορές. Η µετακίνηση στην πόλη µε τα µέσα µαζικής µεταφοράς είναι ικανοποιητική και δεν κοστίζει, ενώ η µορφολογία και η τοπογραφία της πόλης σε προκαλεί να περπατήσεις.

VisaΔεν χρειάζεται visa. Μπορείτε να ταξιδέψετε με την αστυνομική σας ταυτότητα (με λατινικούς χαρακτήρες).
ΓλώσσαΤούρκικα
ΝόμισμαΤουρκική Λίρα (1€ = 3 TL )
Έκταση780.580 km2

Best Western Eresin Taksim

Best Western Eresin Taksim

Topçu Caddesi No:16, Beyoglu, 34437, Τουρκία
Στην κεντρική επιχειρηματική και εμπορική συνοικία της Κωνσταντινούπολης, σε απόσταση 3 λεπτών με τα περισσότερα...

CVK Park Bosphorus Hotel

CVK Park Bosphorus Hotel

Gumussuyu Mah. Inonu Cad. No:8 Taksim, Beyoglu, 34437, Τουρκία
Το CVK Park Bosphorus Hotel Istanbul χτίστηκε τον Οκτώβριο του 2013 και βρίσκεται στην καρδιά της πό περισσότερα...

CVK Taksim Istanbul

CVK Taksim Istanbul

Siraselviler Cad. No:11 Taksim Beyoglu, Beyoglu, 34437, Τουρκία
Αυτό το ξενοδοχείο 4 αστέρων δεσπόζει πάνω από την πλατεία Ταξίμ, στην καρδιά της συνοικίας Beyoğlu περισσότερα...

Holiday Inn Sisli

Holiday Inn Sisli

Halaskargazi Cad. No: 206 , Sisli, 34360, Τουρκία
Το Holiday Inn Sisli απέχει λίγα λεπτά με τα πόδια από την πολυσύχναστη πλατεία Ταξίμ και την εμπορι περισσότερα...

Innpera Hotel

Innpera Hotel

Sıraselviler Cad No :15 Beyoglu Taksim, Beyoglu, 34437, Τουρκία
Το Innpera Hotel βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία, 50μ. μακριά από την πλατεία Ταξίμ, προσφέροντας μι περισσότερα...

The Marmara Taksim

The Marmara Taksim

Taksim Meydani, Beyoglu, 34437, Τουρκία
Το Marmara Taksim Hotel βρίσκεται στην πολυσύχναστη πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης και προσφέρε περισσότερα...

The Ritz-Carlton Istanbul

The Ritz-Carlton Istanbul

Suzer Plaza, Askerocagi Caddesi, No:6 Elmadag/Sisli , 34367, Τουρκία
Το Ritz-Carlton Istanbul βρίσκεται στην καρδιά της πόλης και προσφέρει γραφική θέα στην πόλη και το περισσότερα...

Unfortunately there are no self-catering offers at this location at the moment.


Κωνσταντινούπολη-Πριγκιπόννησα-Βόσπορος, Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια (5ημέρες)

Κωνσταντινούπολη-Πριγκιπόννησα-Βόσπορος, Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια (5ημέρες)

Τουρκία
Tιμή ανά άτομο από: 450
1η ημέρα: Πτήση για Κωνσταντινούπολη–Μπαλουκλί–Παναγία Βλαχερνών–Μονή Χώρας–Πατριαρχείο  Αναχωρούμε περισσότερα

Οδική εκδρομή Κωνσταντινούπολη, Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια (7 ημέρες)

Οδική εκδρομή Κωνσταντινούπολη, Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνεια (7 ημέρες)

Τουρκία
Tιμή ανά άτομο από: 395
1η ημέρα: Αθήνα–Κομοτηνή ή Ξάνθη Αναχώρηση από Αθήνα με το πούλμαν με προορισμό την Κομοτηνή ή την περισσότερα

Unfortunately there are no cruise offers at this location at the moment.

Unfortunately there are no car rental offers at this location at the moment.

Η Αγιά Σοφιά

«Νενίκηκά σε Σολοµών»! Μ’ αυτά τα λόγια –σύµφωνα µε τους ιστορικούς και τους χρονικογράφους της εποχής- εξέφρασε τον θαυµασµό του ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, όταν αντίκρισε την Αγιά Σοφιά, την ηµέρα των θυρανοιξίων της στις 27 Δεκεµβρίου του 537, θέλοντας έτσι να δείξει ότι το ιερό αυτό σύµβολο της χριστιανοσύνης υπερέβαινε σε µεγαλοπρέπεια το Ναό του Σολοµώντα στα Ιεροσόλυµα.

Κανένα άλλο θρησκευτικό µνηµείο δεν ταυτίζεται µε την ορθόδοξη πίστη, το Βυζάντιο και την πόλη της Κωνσταντινούπολης, όσο ο ναός της Αγιάς Σοφιάς. Σύµφωνα µε τους ιστορικούς, η πρώτη εκκλησία, αφιερωµένη στην του Θεού Σοφία και στην ίδια τοποθεσία, χτίστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο το 325 µ.Χ. Λίγα χρόνια αργότερα, ο γιος του Κώνστας µεγάλωσε το οικοδόµηµα (τα εγκαίνια έγιναν το 360 µ.Χ.), αλλά το 404 µ.Χ., ο λαός εξοργισµένος για την εξορία του Αγίου Ιεράρχου, Ιωάννου του Χρυσοστόµου, έκαψε το ναό. Τον ξανάκτισε (413/415 µ.Χ.) ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β’, αλλά πάλι κάηκε, αυτή την φορά από τους στασιαστές, κατά τη «Στάση του Νίκα» το 532 µ.Χ. Αυτό συνέβη επί Ιουστινιανού κι αυτός ήταν που αποφάσισε, την ίδια χρονιά, να χτίσει τον µεγαλοπρεπέστερο ναό για την εποχή του. Έτσι, απαλλοτρίωσε κι αποζηµίωσε όλα τα γύρω οικοδοµήµατα, ανέθεσε τα σχέδια και την κατασκευή του στον µαθηµατικό Ανθέµιο τον Τραλλιανό και τον αρχιτέκτονα Ισίδωρο το Μιλήσιο και συγκέντρωσε ό,τι πιο πολύτιµα και σπάνια υλικά βρήκε, απ’ όλη την -τότε γνωστή ως- οικουµένη: Πράσινα µάρµαρα από την Κάρυστο, ροδόχροα µε λευκές φλέβες από τη Φρυγία, ανοιχτόµαυρα µε γαλάζιες φλέβες από το Βόσπορο, κόκκινα µε λευκά στίγµατα από τη Θήβα της Αιγύπτου και µάρµαρα µε διάφορους άλλους χρωµατισµούς από διάφορες περιοχές.

Ο ναός κατασκευάστηκε µέσα σε 5 χρόνια και τα θυρανοίξιά της έγιναν στις 27 Δεκεµβρίου του 537, αλλά για την ολοκλήρωσή της –κατ’ άλλους ιστορικούς- απαιτήθηκαν άλλα 10 χρόνια (548 µ.Χ.). Στο προαύλιο του ναού υπήρχε και η κρήνη στην οποία αναγράφονταν η καρκινική φράση «ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ», (ξέπλυνε τις αµαρτίες σου, όχι µόνο το πρόσωπό σου).

Η Αγιά Σοφιά κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, γιατί οι Ανθέµιος και Ισίδωρος ήταν οι πρώτοι που κατασκεύασαν ένα οικοδόµηµα 78,16 µέτρων µήκους και 71,82 πλάτους, µε τρούλο στηριγµένο σε τέσσερις πεσσούς. Αυτοί οι πεσσοί (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι), που απέχουν µεταξύ τους 30 µ., στηρίζουν τα τέσσερα µεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο τρούλος, µε διάµετρο 31 µέτρων. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται, εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του. Το στυλ αυτό ονοµάστηκε «Βασιλική µετά Τρούλου» και ήταν µοναδικό. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η Αγιά Σοφιά αποτέλεσε και το µεγαλύτερο οικοδόµηµα της εποχής και µετά από 1.000 χρόνια άρχισε σταδιακά να χάνει τα πρωτεία (Άγιος Πέτρος Ρώµης, Άγιος Παύλος Λονδίνου, καθεδρικός ναός Μιλάνου).
Δυστυχώς το 558 µ. Χ. και µετά από φοβερό σεισµό ο τολµηρότατος στη σύλληψη και κατασκευή, για την εποχή του, θόλος (τρούλος) κατέπεσε και συνέτριψε την αψίδα παρά τον ιερό άµβωνα, τον ίδιο τον άµβωνα, το κιβώριο και την Αγία Τράπεζα. Τότε ανέλαβε ο ανηψιός του Ισιδώρου, ο Ισίδωρος ο νεότερος, ισάξιος του θείου του και έκτισε τον νέο θόλο που υφίσταται µέχρι σήµερα. Στις 24 Δεκεµβρίου του 563 τελέστηκαν από τον Πατριάρχη Ευτύχιο τα δεύτερα εγκαίνια, παρουσία του Αυτοκράτορα και του λαού της Κωνσταντινούπολης.

Ο ναός αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουµενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και σηµαντικότερος ναός της Ορθόδοξης εκκλησίας. Κατά την περίοδο των Σταυροφοριών και συγκεκριµένα κατά την περίοδο 1204-1261 ο ναός έγινε Ρωµαιοκαθολικός και µετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 µετατράπηκε σε µουσουλµανικό τέµενος. Στη διάρκεια της άλωσης από τους Φράγκους, η Αγία Σοφία υπέστη τεράστιες ζηµιές, ενώ στην περίοδο την Οθωµανικής Αυτοκρατορίας έγιναν στο ναό σηµαντικές καταστροφές στις τοιχογραφίες του ναού (ασβεστώθηκαν), αφού η απεικόνιση του ανθρώπινου σώµατος θεωρείται βλασφηµία για το Ισλάµ. Ο ναός µε την σπουδαία αρχιτεκτονική του αποτέλεσε πρότυπο για την κατασκευή και άλλων τεµενών όπως το Μπλε Τζαµί.

To 1930 o Μουσταφά Κεµάλ, στα πλαίσια του εκσυγχρονισµού της Τουρκίας µετέτρεψε το τέµενος σε µουσείο. Σήµερα ο ναός εξακολουθεί να είναι µουσείο, ενώ πραγµατοποιούνται εργασίες αποκατάστασης των ψηφιδωτών του.

Το Μπλε Τζαμί

Το αντίπαλο δέος της Αγιάς Σοφιάς είναι το Μπλε Τζαµί ή Τζαµί του Σουλτάνου Αχµέτ (στα τούρκικα Sultanahmet Camii) και θεωρείται ως ένα από τα µεγαλύτερα αριστουργήµατα της ισλαµικής αρχιτεκτονικής παγκοσµίως.

Βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Αγιά Σοφιά και τον αρχαίο Ιππόδροµο και χτίστηκε κατ’ εντολή του 20χρονου –τότε- σουλτάνου Αχµέτ του Α΄, µε στόχο να υποβαθµίσει την λαµπρότητα της Αγιάς και να είναι ορατό από τα πλοία που διέσχιζαν τον Μαρµαρά και το Βόσπορο. Χτίστηκε µεταξύ των ετών 1609 και 1616, από τον αρχιτέκτονα Σεντεφχάρ Μεχµέτ Αγά (µαθητή του µεγάλου Μιµάρ Σινάν), αλλά ο ίδιος ο σουλτάνος µόλις που πρόλαβε να δει το τέµενος του, αφού ένα χρόνο µετά την ολοκλήρωσή του πέθανε (µάλιστα ο τάφος του βρίσκεται στον χώρο του τζαµιού). Το οικοδόµηµα έχει διαστάσεις 53 επί 51 µέτρα, ενώ ο κεντρικός κύβος σκεπάζεται από ένα βαθµιδωτό σύστηµα θόλων και ηµίθολων, που κορυφώνεται στον κεντρικό θόλο, η διάµετρος του οποίου είναι 33 µέτρα, µε 43 µέτρα ύψος στο κεντρικό του σηµείο. Το συνολικό αποτέλεσµα χαρακτηρίζεται από τέλεια οπτική αρµονία και οδηγεί το µάτι στην κορυφή του θόλου. Το Μπλε Τζαµί είναι το µοναδικό στην Τουρκία που έχει έξι µιναρέδες. Όταν κατασκευάστηκαν ο Αχµέτ κατηγορήθηκε για αλαζονεία (καθώς εκείνη την εποχή τον ίδιο αριθµό µιναρέδων είχε και η Κάαµπα στη Μέκκα), αλλά το πρόβληµα ξεπεράστηκε όταν… πλήρωσε για να χτιστεί ένας έβδοµος µιναρές στο τζαµί της Μέκκας. Στο εσωτερικό του το τζαµί φιλοξενεί περισσότερα από 20.000 χειροποίητα κεραµικά πλακάκια, φτιαγµένα στο Ίζνικ (την βυζαντινή Νίκαια).

Το ανάκτορο Τοπκαπί

Με θέα τον Βόσπορο και τη Μαύρη Θάλασσα και ορατό από τις περισσότερες περιοχές της Κωνσταντινούπολης, το ανάκτορο του Τοπκαπί χαρακτηρίζεται από την µεγαλοπρέπεια, την πολυτέλεια και τον όγκο του και, φυσικά, κρύβει πίσω του ιστορία χρόνων. Κυβερνητική έδρα της οθωµανικής αυτοκρατορίας για 400 χρόνια περίπου, αλλά και κατοικία των ίδιων των σουλτάνων, το παλάτι άρχισε να χτίζεται το 1459 από τον Μωάµεθ τον Β΄ για να επεκταθεί τα επόµενα χρόνια από τους διαδόχους του, ανάλογα µε τις ανάγκες του καθένα. Ωστόσο, εκείνος που έδωσε την µεγαλοπρέπεια στο ανακτορικό συγκρότηµα που σήµερα θαυµάζουµε, ήταν ο Σουλεϊµάν ο Μεγαλοπρεπής, που στη δεκαετία του 1530-1560 έχτισε τα σηµαντικότερα περίπτερα και κτήρια. Σήµερα, το Τοπκαπί καταλαµβάνει έκταση 700.000 τ.µ. (διπλάσια του Βατικανού και µισής του Μονακό) και περιβάλλεται από τείχη µήκους 5 χλµ, ενώ «στολίζεται» από 28 πύργους, 3 πύλες στα τείχη της θαλάσσης και 4 πύλες στα τείχη της ξηράς.

Στους χώρους του κατοικούσαν περίπου είκοσι πέντε χιλιάδες άτοµα και οι τρεις αυλές του χώριζαν το συγκρότηµα σε τρεις περιοχές. Η πρώτη, ανοιχτή στο κοινό για τις ακροάσεις, κατέληγε στην Πύλη του Χαιρετισµού. Η δεύτερη ανήκε
στο Ντιβάνι, δηλαδή στο κυβερνητικό συµβούλιο. Στην τρίτη περιοχή, αυστηρά προσωπική, βρισκόταν το χαρέµι, αποτελούµενο από τριακόσιες γυναίκες ειδικά εκπαιδευµένες να υπηρετούν το σουλτάνο.
Στα πρώτα χρόνια το κύριο όνοµα του ανακτόρου ήταν «Σαρ Τζεντιντέ- ι Αµιρέ» (Νέο Κρατικό Παλάτι), αλλά από τον 18ο αιώνα, επί σουλτάνου Αχµέτ του Γ΄, πήρε την σηµερινή του ονοµασία «Τοπκαπί» (Πύλη του Κανονιού), λόγω των δύο κανονιών που βρισκόταν και τις δύο πλευρές της πύλης.

Ο τελευταίος σουλτάνος που έζησε στο Τοπκαπί ήταν ο Αβδούλ Μετζίτ ο Α΄, ο οποίος το 1853 εγκαταστάθηκε στο Παλάτι του Ντολµαµπαχτσέ. Ως µουσείο το Τοπκαπί λειτουργεί από το 1924 και διαθέτει µια ανεκτίµητη συλλογή θησαυρών που συγκέντρωσαν στα 470 χρόνια της κυριαρχίας τους οι σουλτάνοι (από δώρα ξένων αρχηγών και διπλωµατών, µέχρι λάφυρα από στρατιωτικές εκστρατείες). Επισκεφτείτε την αίθουσα του θησαυροφυλακίου (εδώ θα δείτε χιλιάδες πολύτιµους και ηµιπολύτιµους λίθους, το στιλέτο Τοπκαπί -που ενέπνευσε τον Ζυλ Ντασσέν, για την οµότιτλη ταινία του µε πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη- το 86 καρατίων Διαµάντι του Κουταλά και τον χρυσοποίκιλτο θρόνος Μπαϊράµ) και, φυσικά, το χαρέµι του παλατιού.

Παλάτι Ντολμά Μπαχτσέ

Χτισµένο πάνω στο Βόσπορο, το παλάτι του Ντολµαµπαχτσέ χαρακτηρίζεται από την υπερβολική χλιδή, την κραυγαλέα πολυτέλεια και τον φαντασµαγορικό διάκοσµο. Επηρεασµένο από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, το παλάτι εντυπωσιάζει µε τον όγκο του, περιβάλλεται από τεράστια αυλή, φιλοξενεί περίτεχνο κήπο και «συντροφεύεται» από το φερώνυµο τζαµί κι έναν εκπληκτικό ωρολογόπυργο.

Η οικοδόµηση του συγκροτήµατος ήταν ιδέα του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ του Α΄, η δε κατασκευή του ξεκίνησε το 1843 και ολοκληρώθηκε το 1856, δηλαδή, 16 χρόνια αργότερα, σε σχέδια του διάσηµου, στην εποχή του, αρµένιου αρχιτέκτονα Καραµπέτ Μπελιάν.

Ο πρώτος που το κατοίκησε ήταν ο εµπνευστής του κι αποτέλεσε την επίσηµη κατοικία και των επόµενων έξι σουλτάνων ως την δύση της οθωµανικής αυτοκρατορίας. Εδώ συνεδρίασε η πρώτη οθωµανική βουλή το 1877, εδώ φιλοξενήθηκε ο γερµανός αυτοκράτορας Γουλιέλµος Γ΄ το 1887, από την προβλήτα του παλατιού αναχώρησε µε πλοίο ο 36ος και τελευταίος σουλτάνος Μωάµεθ Στ΄ ή Μεχµέτ Βαχιντεντίν, το 1922 κι εδώ άφησε την τελευταία πνοή ο «πατέρας» του νέου τουρκικού κράτους Κεµάλ Ατατούρκ, τον Νοέµβριο του 1938. Από τον θάνατο του Ατατούρκ, το παλάτι του Ντολµαµπαχτσέ λειτουργεί ως µουσείο και συγκεντρώνει το ενδιαφέρον εκατοµµυρίων επισκεπτών κάθε χρόνο. Κι όχι άδικα, βέβαια: Την εσωτερική διακόσµηση (για την οποία χρησιµοποιήθηκαν 14 τόνοι χρυσού και 40 τόνοι ασηµιού) επιµελήθηκε ο διακοσµητής της Όπερας του Παρισιού Sechan, τα κρύσταλλα είναι µπακαρά, τα έπιπλα φερµένα από την Γαλλία, τα βάζα από τις Σέβρες, τα µεταξωτά και τα χαλιά από την Χερέκε και την Λυών, τα κηροπήγια από την Αγγλία…

Το κυρίως παλάτι απλώνεται σε 14.600 τ.µ. και µε τα υπόλοιπα κτίσµατα φτάνει τα 64.000 τ.µ., διαθέτει δε 285 δωµάτια, 43 αίθουσες, 6 χαµάµ και 1.427 παράθυρα. Όλα αυτά συµπληρώνονται από 156 ρολόγια, 280 βάζα, 58 κηροπήγια, 131 µεγάλα χαλιά (το µεγαλύτερο είναι 124 τ.µ.) και 99 µικρά -φυσικά, όλα χειροποίητα. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η πρόσοψη του παλατιού αγγίζει τα 600 µέτρα και το συγκρότηµα έχει συνολικά 12 πύλες.

Για την ξενάγηση απαιτείται τουλάχιστον µιάµιση ώρα (για ένα µέρος του παλατιού) και αξίζει να δει κανείς την αυτοκρατορική πύλη, την κρυστάλλινη σκάλα που φτάνει στην αίθουσα υποδοχής των πρεσβευτών, την αίθουσα πανοράµατος και την αίθουσα τελετών.

Η Βασιλική Δεξαμενή

Ακριβώς απέναντι από την Αγιά Σοφιά και κάτω από το έδαφος, βρίσκεται ένα εκπληκτικό αρχιτεκτόνηµα, η Βασιλική Δεξαµενή. Αξιόλογο δείγµα της βυζαντινής µηχανικής, η κατασκευή της δεξαµενής υπολογίζεται γύρω στο 532 µ. Χ. όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος. Χρησίµευε για την υδροδότηση της πόλης σε περιόδους πολιορκίας (οι επίδοξοι εισβολείς κατέστρεφαν τα υδραγωγεία ή έριχναν δηλητήριο στο πόσιµο νερό), χρησιµοποιήθηκε δε, ως την άλωση της Πόλης. Η δεξαµενή καλύπτει έκταση 10.000 τµ (143µ. µήκος και 65µ. πλάτος), ήταν χωρητικότητας 80.000 κυβικών µέτρων και για την κατασκευή της χρησιµοποιήθηκαν 336 κίονες, 8 µέτρων ο καθένας.

Οι κίονες αυτοί είναι διαφόρων ρυθµών και εικάζεται ότι µεταφέρθηκαν από διάφορα ρωµαϊκά µνηµεία, σε µια προσπάθεια του Μεγάλου Κωνσταντίνου να ισχυροποιήσει τον χριστιανισµό και να αφήσει πίσω τον ειδωλολατρισµό. Επί έναν αιώνα µετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, οι οθωµανοί αγνοούσαν την ύπαρξή της και άρχισαν να την ερευνούν όταν διαπίστωσαν ότι οι κάτοικοι της πόλης προµηθεύονταν νερό ή και… ψάρευαν ακόµα, από τρύπες στα υπόγεια και τις αυλές τους. Κύριο χαρακτηριστικό της δεξαµενής είναι οι δύο κρηπίδες κιόνων, µε κεφαλές Μέδουσας (η µία στραβά και η άλλη ανάποδα). Μέχρι πριν λίγα χρόνια, οι επισκέπτες µπορούσαν να την περιηγηθούν µόνο µε λέµβους, αλλά από το 1987 και µετά, όταν και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασής της, τοποθετήθηκαν ειδικοί διάδροµοι και η βόλτα πλέον γίνεται κάτω από τους ήχους κλασικής µουσικής και υποβλητικού φωτισµού. Να σηµειωθεί ότι εδώ γυρίστηκαν σκηνές από την ταινία του Τζαίηµς Μποντ «Από την Ρωσία µε αγάπη».

Τα τείχη του Θεοδοσίου

Η οχύρωση της Κωνσταντινούπολης, αποτελούσε πρώτιστο µέληµα και καθήκον για κάθε βυζαντινό αυτοκράτορα, προκειµένου να εξασφαλιστεί η προστασία των πολιτών. Ο Κωνσταντίνος, µε την ανάδειξη της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου σε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την περιέβαλε µε τείχη, τα οποία επέκτειναν οι διάδοχοί του. Ωστόσο, τα εντυπωσιακότερα και ασφαλέστερα κατασκευάστηκαν από τον Θεοδόσιο τον Β΄ (408-450), τα οποία, βέβαια, δέχθηκαν αρκετές επισκευές και επεµβάσεις τους επόµενους αιώνες, όχι µόνο από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά και από τους Φράγκους και Οθωµανούς.

Τα τείχη του Θεοδοσίου διέθεταν τρεις αµυντικές ζώνες (τάφρο, προτείχισµα και κυρίως τείχος), αρκετές πύλες (Κερκόπορτα, Χρυσή Πύλη, Πύλη του Ρωµανού κ.ά.), αι το οχυρό επταπύργιο που αργότερα ονοµάστηκε από τους Οθωµανούς Γεντικουλέ. Τα διπλά τείχη του Θεοδοσίου εκτείνονταν σε απόσταση 6,5 χλµ, είχαν 11 πύλες και 192 πύργους και ουσιαστικά «κούµπωναν» την πόλη από την θάλασσα του Μαρµαρά ως τον Κεράτιο Κόλπο. Τα τείχη αυτά, για 1000 χρόνια ήταν απόρθητα και µόνο ο Μωάµεθ ο Πορθητής κατάφερε να τα περάσει, τον Μάιο του 1453. Φυσικά, και οι σουλτάνοι φρόντισαν τα τείχη, τα οποία διατηρήθηκαν σε καλή κατάσταση µέχρι και τα τέλη του 17ου αιώνα. Σήµερα, σώζεται ένα µεγάλο µέρος τους και τα τελευταία χρόνια, γίνονται εκτεταµένες επισκευές. Είναι επισκέψιµα και προσβάσιµα και στο κάστρο του Γεντικουλέ (που χρησιµοποιήθηκε από τους οθωµανούς ως τόπος εκτελέσεων, αλλά και φυλακή), ο επισκέπτης µπορεί να δει τον αυτοκρατορικό βυζαντινό αετό σκαλισµένο πάνω από την κεντρική πύλη, αλλά και την καταπληκτική θέα που απλώνεται ως τη θάλασσα του Μαρµαρά.

Σκεπαστή και Αιγυπτιακή αγορά

Η Σκεπαστή Αγορά της Πόλης, ή Μεγάλη Αγορά (Καπαλί Τσαρσί), κατασκευάστηκε λίγο µετά την άλωση από τον Μωάµεθ τον Β΄ και σήµερα (πέρα από την… χρηστική της αξία), αποτελεί µία από τις τουριστικές ατραξιόν της Κωνσταντινούπολης, αφού, κατά κύριο λόγο, κατακλύζεται από τουρίστες κι όχι από ντόπιους. Η Σκεπαστή Αγορά είναι ένα πολυδαίδαλο συγκρότηµα, που εκτείνεται σε 300 στρέµµατα και διακλαδίζεται από 80 δρόµους, φιλοξενεί πάνω από 4.000 καταστήµατα και 15.000 εργαζόµενους και ο επισκέπτης µπορεί να βρει και ν’ αγοράσει σχεδόν τα πάντα (χαλιά, ρούχα, κοσµήµατα, βιβλία, υποδήµατα, αντίκες, ναργιλέδες, σαµοβάρια, κεχριµπαρένια κοµπολόγια, υφάσµατα, αναµνηστικά, είδη σπιτιού, τρόφιµα). Τα περισσότερα αντικείµενα και προϊόντα είναι αποµιµήσεις, αλλά παρ’ όλα αυτά η τιµές τους, είναι τσουχτερές. Δεν αποκλείεται, βέβαια, ψάχνοντας να κάνει κάποιος και καλές αγορές. Απαραίτητη προϋπόθεση, το παζάρι µε τους καταστηµατάρχες. Στο χώρο της αγοράς, υπάρχουν ακόµα γραφικά καφενεία και εστιατόρια.

Λίγο πιο κάτω, βρίσκεται η Αιγυπτιακή Αγορά, ή Αγορά των Μπαχαρικών (και πήρε το όνοµά της από τα µπαχάρια, αλλά και τ’ άλλα προϊόντα που κυρίως έρχο- νταν από την Αίγυπτο). Η Αιγυπτιακή Αγορά έχει περισσότερο ανατολίτικο χρώµα και φιλοξενεί σε σχήµα Γ, πείπου 80 καταστήµατα στα οποία ο επισκέπτης µπορεί να βρει µεγάλη ποικιλία σε µπαχαρικά, τυροκοµικά, ψάρια, λακέρδα βαρελιού, χαβιάρι, παστουρµά, λουκούµια, καφέδες, ξηρούς καρπούς, µέλι, αφροδισιακά φάρµακα κι αρώµατα.

Ο Πύργος του Γαλατά

Σήµερα, το εσωτερικό του δεν υποδηλώνει την µεσαιωνική καταγωγή του –καθώς οι παρεµβάσεις έχουν αλλοιώσει τον χαρακτήρα του- αλλά εξωτερικά είναι σωστά συντηρηµένος, εντυπωσιάζει και προσελκύει εκατοντάδες επισκέπτες καθηµερινά. Ο λόγος για τον Πύργο του Γαλατά που είναι ορατός από τα περισσότερα σηµεία της Πόλης και από την κυκλική βεράντα του µπορεί να θαυµάσει κανείς πανοραµικά την Κωνσταντινούπολη µε τον Βόσπορο, τον Κεράτιο και τον Μαρµαρά και –αν η ατµόσφαιρα είναι καθαρή- το µάτι του να φτάσει ως τα Πριγκηπόννησα.

Ο πύργος χτίστηκε από τους Γενοβέζους το 1348, έχει ύψος 62 µέτρα και διάµετρο 9 µέτρα και βρίσκεται 140 µέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Το 1509 υπέστη ζηµιές από σεισµό, αλλά αναστηλώθηκε, ενώ δέχτηκε ανακαινίσεις το 1794, το 1831, το 1875 και εκτεταµένη αναπαλαίωση στην τριετία 1964-1967.

Από τους οθωµανούς χρησιµοποιήθηκε ως παρατηρητήριο (κυρίως για πυρκαγιές), αλλά σήµερα στους δύο τελευταίους ορόφους (8ο και 9ο) λειτουργούν εστιατόριο και νυχτερινό κέντρο.

Το φρούριο της Ρωμυλίας

Αφήνοντας τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου και λίγο πριν την δεύτερη κρεµαστή γέφυρα που ενώνει την Ασία µε ην Ευρώπη, ο επισκέπτης συναντά το εντυπωσιακό Φρούριο της Ρωµυλίας, ή και Κάστρο της Ευρώπης. Το κατασκεύασε ο Μωάµεθ ο Πορθητής το 1452, ένα χρόνο πριν την άλωση της Πόλης, µε στόχο να εµποδίσει την προµήθεια των βυζαντινών από την Δύση, που έρχονταν µε πλοία από τον Δούναβη και την Μαύρη Θάλασσα. Ο Μωάµεθ έχτισε το φρούριο στο στενότερο σηµείο του Βοσπόρου και ακριβώς απέναντι από το Φρούριο της Ανατολίας ή Κάστρο της Ασίας (χτίστηκε από τον σουλτάνο προπάππο του Γιλντιρίµ Μπαγιαζήτ το 1393), έτσι ώστε να µπορεί να ελέγχει κάθε πέρασµα πλοίου –γι’ αυτό και αρχικά ονοµάστηκε Μπογάζ Κεσέν (Φράγµα του Στενού).

Σύµφωνα µε τις ιστορικές µαρτυρίες, το κάστρο το σχεδίασε ο ίδιος ο Μωάµεθ, που χρειάστηκε µόλις τρεις µήνες για την κατασκευή του, δουλεύοντας ακατάπαυστα 1.000 τοιχοποιοί και 2.000 εργάτες. Τρεις µεγάλοι προµαχώνες κι άλλοι έξι µικρότεροι, εξοπλισµένοι µε κανόνια µεγάλου διαµετρήµατος, ήσαν ικανοί να ελέγχουν το στενό πέρασµα και ουσιαστικά να αποκλείσουν την Πόλη στο σηµείο αυτό. Μετά την άλωση της Πόλης, το κάστρο δεν είχε καµιά στρατιωτική σηµασία και χρησιµοποιήθηκε ως φυλακή, ιδιαίτερα για αιχµαλώτους πολέµου. Κατά καιρούς υπέστη ζηµιές και φθορές από τον χρόνο, αλλά το 1953 αναστηλώθηκε και σήµερα είναι ανοιχτό στο κοινό.

Στο εσωτερικό του λειτουργεί ένα µικρό µουσείο κανονιών, φιλοξενεί τα υπολείµµατα ενός τζαµιού και διαθέτει ένα µικρό αµφιθέατρο, στο οποίο κάθε καλοκαίρι πραγµατοποιείται εδώ το Φεστιβάλ Μουσικής και Χορού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Ιππόδρομος

Ο Ιππόδροµος βρίσκεται στην καρδιά της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης, δίπλα στην Αγιά Σοφιά, το Μπλε Τζαµί και το Παλάτι του Τοπκαπί. Βέβαια, σήµερα, δεν θυµίζει σε τίποτα ρωµαϊκό ιππόδροµο, καθώς έχει διαµορφωθεί σε επιµήκη πλατεία (λέγεται Πλατεία Σουλταναχµέτ ή Πλατεία των Αλόγων). Κατασκευάστηκε από τον Σεπτίµιο Σεβήρο το 203 µ.Χ., όταν κατέλαβε την πόλη του Βυζαντίου και σε µια προσπάθειά του να εξευµενίσει τους κατοίκους της, αλλά την οριστική του µορφή την απέκτησε το 330 µ.Χ. από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Είχε 400 µέτρα µήκος και 120 µέτρα πλάτος και µπορούσε να φιλοξενήσει περισσότερα από 30.000 άτοµα (αν και λέγεται ότι η χωρητικότητά του άγγιζε τα 100.000).

Οι ρωµαίοι και οι βυζαντινοί οργάνωναν εδώ αρµατοδροµίες, ιπποδροµίες, µονοµαχίες και άλλες αθλητικούς αγώνες, ενώ οι οθωµανοί, πέρα από αθλητικές δραστηριότητες, χρησιµοποιούσαν τον ιππόδροµο ως κέντρο λαϊκών διασκεδάσεων και λαϊκών αγορών. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι επί Ιουστινιανού, ο χώρος και η περιοχή αµαυρώθηκε από το αιµατηρότερο γεγονός στην ιστορία του: τον εγκλωβισµό και τη σφαγή χιλιάδων ατόµων (περίπου 30.000) κατά τη Στάση του Νίκα.

Ο κεντρικός δρόµος, η σπίνα, ήταν διακοσµηµένος µε οβελίσκους και κίονες, ενώ εντυπωσιακά ήταν τα τέσσερα χάλκινα άλογα που βρίσκονταν στο χώρο, όπου σήµερα υπάρχει το περίπτερο για τουριστικές πληροφορίες –τα άλογα αυτά εκλάπησαν από τους σταυροφόρους που κυρίευσαν την Πόλη το 1204 και τα µετέφεραν στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας.

Σήµερα, ωστόσο, ο επισκέπτης µπορεί να θαυµάσει τον Αιγυπτιακό Οβελίσκο που έφερε ο Κωνσταντίνος από το Λούξορ, τη Στήλη των Όφεων που µεταφέρθηκε από τους Δελφούς και χρονολογείται από το 479 π.Χ., τη Στήλη του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (ή Χάλκινη Στήλη) και την Κρήνη του Γουλιέλµου, που κατασκευάστηκε το 1898, όταν ο κάϊζερ της Γερµανίας επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη.

Στα νερά του Βοσπόρου

Όταν αναφέρεται κάποιος στην Κωνσταντινούπολη, το µυαλό του πάει στο Βόσπορο. Κι όχι άδικα. Δεν είναι που το θαλάσσιο αυτό κανάλι είναι άρρηκτα δεµένο µε την ιστορία της πόλης, αλλά και γιατί οι οµορφιές που ξεδιπλώνει στον επισκέπτη, είτε από τη θάλασσα είτε από τη στεριά, είναι απαράµιλλες και µοναδικές.

Με µήκος που φτάνει τα 33 χιλιόµετρα και πλάτος που κυµαίνεται µεταξύ 700 µέτρων και 3,5 χιλιοµέτρων, ο Βόσπορος συνδέει τη Θάλασσα του Μαρµαρά µε την Μαύρη Θάλασσα και χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία. Ιδιαίτερα δηµοφιλής, διαπλέεται καθηµερινά από εκατοντάδες πλεούµενα µε χιλιάδες τουρίστες, οι οποίοι µπορούν ν’ απολαύσουν στη διαδροµή τους πολυτελή παλάτια, ιστορικά κάστρα, ξύλινες βίλες (γνωστά ως γιαλιά-από το γιαλός), ονοµαστά τεµένη και γραφικά
ψαροχώρια. Στο διάπλου του ο επισκέπτης µπορεί να θαυµάσει επίσης και τις δύο κρεµαστές γέφυρες που ενώνουν την ευρωπαϊκή µε την ασιατική πλευρά: Η πρώτη, ενώνει τις συνοικίες Ορτάκιοϊ και Μπεϊλέρµπεη, φέρει το όνοµα του Ατατούρκ και τα εγκαίνιά της έγιναν στις 29 Οκτωβρίου 1973, συµπίπτοντας µε τις γιορταστικές εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από την ανακήρυξη του νέου τουρκικού κράτους. Έχει µήκος 1560 µέτρα (είναι η 6η µεγαλύτερη στον κόσµο) και βρίσκεται 64 µέτρα πάνω από τη θάλασσα. Η δεύτερη κρεµαστή γέφυρα, βρίσκεται πιο ψηλά, προς την Μαύρη Θάλασσα και φέρει το όνοµα του σουλτάνου Μωάµεθ του Πορθητή, κατασκευάστηκε µέσα σε τρία χρόνια (29 Μαΐου 1985-29 Μαΐου 1988) κι εξυπηρετεί κυρίως βαριά οχήµατα διεθνών µεταφορών. Το µήκος της φτάνει τα 1510 µέτρα και υψώνεται κι αυτή 64 µέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.

Πριγκιπόννησα

Εννιά μικρά νησάκια, σκορπισμένα σαν μαργαριτάρια στη θάλασσα του Μαρμαρά... Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκηπος, Αντιρόβυθος, Νέανδρος, Οξειά, Πίττα, Πλάτη. Κάποτε ήταν τόποι εξορίας, σήμερα τουριστικά θέρετρα. Κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα οι νεόπλουτοι Τούρκοι έχουν εκεί τις παραθεριστικές τους κατοικίες. Κάποτε το ρωμαίικο στοιχείο κυριαρχούσε, σήμερα ελάχιστοι Έλληνες έχουν απομείνει.

Κιβωτός της Ορθοδοξίας, τόπος µε αναγνωρισµένα από τους σουλτάνους προνόµια και καταφύγιο κατατρεγµένων και επαναστατών, πήραν το (ελληνικό) όνοµά τους από τη συνήθεια των βυζαντινών αυτοκρατόρων να εξορίζουν εκεί όσους πρίγκηπες ή πριγκήπισσες ένιωθαν ότι αποτελούν απειλή για την ηγεµονία τους -µάλιστα λέγεται ότι, για να γίνει σκληρότερη η τιµωρία τους, τους περισσότερους τους τύφλωναν, για να µη µπορούν ν’ απολαµβάνουν στη διάρκεια της εξορίας τους, την απαράµιλλη οµορφιά των νησιών. Για τους Ρωµιούς της Πόλης ήταν και είναι απλά Τα Νησιά. Για τους Τούρκους, Τα Κόκκινα Νησιά ή Κοκκινονήσια (από το χρώµα που έχουν οι ακτές και τα βράχια τους εξαιτίας του χαλκού), Τα Παπαδονήσια (από τα πολλά µοναστήρια και τις εκκλησίες), αλλά και Τα Νησιά του Διαβόλου (Δαιµόνησα ή Δαιµονονήσια).

Από τα εννιά νησιά, µόνο τα τέσσερα κατοικούνται ανέκαθεν: Η Πρώτη, η Αντιγόνη, η Χάλκη και η Πρίγκηπος. Το πέµπτο, η Αντιρόβυθος, ακατοίκητο ως τη δεκαετία του 1950, πέρασε σε χέρια ιδιώτη, ο οποίος στη συνέχεια ρυµοτόµησε µια µικρή έκταση και την πούλησε σε ευκατάστατους αστούς της Πόλης για ν’ ανεγείρουν εκεί πολυτελείς επαύλεις και βίλες, όπως και η Πίττα ή Κουτάλα, που επίσης είναι ιδιόκτητη. Από τα υπόλοιπα τέσσερα νησιά, η Πλάτη φιλοξενεί ναυτική βάση από το 1945 (µάλιστα εκεί δικάστηκε και καταδικάστηκε σε απαγχονισµό ο πρώην πρωθυπουργός Μεντερές), ενώ η Οξειά και η Νέανδρος είναι µικρά, άγονα και χωρίς κατοίκους.
Τα τέσσερα κατοικήσιµα νησιά των Πριγκηπονήσων φιλοξενούσαν µόνο Έλληνες στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και µε σουλτανικά διατάγµατα απαγορεύονταν να µετοικήσει εκεί Οθωµανός. Οι ορθόδοξοι κάτοικοί τους ασκούσαν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (υπήρχαν παντού µοναστήρια, εκκλησίες και ασκηταριά), ενώ ήταν απαλλαγµένοι από τον κεφαλικό φόρο και το παιδοµάζωµα. Σύµφωνα µε ιστορικές µαρτυρίες, ο πρώτος µιναρές υψώθηκε στη Χάλκη το 1773 κι αυτός στον περίβολο ενός στρατώνα εκπαίδευσης αξιωµατικών για να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των δοκίµων και των εκπαιδευτών τους, ενώ στην Πρίγκηπο το πρώτο τζαµί έκανε την εµφάνισή του το 1895. Όσο για την Αντιγόνη και την Πρώτη, µόλις τα τελευταία χρόνια (και κυρίως τα γεγονότα του ΄74), κατοικήθηκαν από Τούρκους. Σήµερα, οι ρωµαίικες οικογένειες που ζουν στα Πριγκηπόννησα είναι ελάχιστες, αλλά συµβιώνουν χωρίς προβλήµατα µε τους υπόλοιπους κατοίκους.

Τα Πριγκηπόννησα αποτελούν στις µέρες µας τουριστικό σηµείο αναφοράς –ιδιαίτερα για τους Έλληνες. Απέχουν από την Κωνσταντινούπολη γύρω στα 12 ναυτικά µίλια, απαιτείται περίπου µια ώρα µε το καράβι και αξίζει να τα επισκεφτεί κάποιος. Τα καράβια ξεκινούν από την αποβάθρα Sirkeci 5, ή την Kabatas και αποπλέοντας δίνεται η δυνατότητα στον ταξιδιώτη ν’ αντικρίσει µέσα από τα νερά του Βοσπόρου την εκθαµβωτική Αγιά-Σοφιά, το εντυπωσιακό Τοπ Καπί (γνωστό και από την οµότιτλη ταινία του Ντασέν µε την πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη), το εκπληκτικό Μπλε Τζαµί, τον µοναχικό στην είσοδο του κόλπου Πύργο του Λέανδρου (εδώ γυρίστηκαν σκηνές για ταινία του Τζέιµς Μποντ), τον πολυφωτογραφηµένο σιδηροδροµικό σταθµό του Χαΐντάρ Πασά και τον στρατώνα Σεµιλιέ µε τους τέσσερις πύργους του…

Το πρώτο νησί που προσεγγίζει το καράβι, είναι η Πρώτη. Οι Τούρκοι το ονοµάζουν Kinali Ada, δηλαδή το νησί µε το κόκκινο χώµα. Πλησιάζοντας, σε σοκάρουν οι αρκετές κεραίες κινητής τηλεφωνίας που έχουν φυτρώσει στην κορυφή του µοναδικού λόφου, αλλά µόλις το καράβι δέσει στο λιµάνι αντικρίζεις ένα τόπο όµορφο και απλό και αντιλαµβάνεσαι γιατί αρκετοί κάτοικοι της Πόλης την επιλέγουν για τον παραθερισµό τους, ή ακόµα και για µόνιµη κατοικία (από την Κωνσταντινούπολη απέχει µόλις 45 λεπτά µε το καράβι της γραµµής και 20 λεπτά µε ταχύπλοο). Στην κορυφή του λόφου, είναι χτισµένο το µοναστήρι της Μεταµορφώσεως του Σωτήρος, ενώ στον οικισµό φιλοξενείται ο ιερός ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Μετά την Πρώτη, το καράβι της γραµµής «πιάνει» στο λιµάνι της Αντιγόνης. Είναι το µικρότερο από τα κατοικήσιµα νησιά, αλλά από πολλούς θεωρείται το ωραιότερο, γι’ αυτό και συγκεντρώνει τους περισσότερους επισκέπτες. Το όνοµά της το οφείλει στον Δηµήτριο τον Πολιορκητή, ο οποίος έδωσε στο νησί το όνοµα του πατέρα του, Αντίγονου του Μονόφθαλµου. Οι Τούρκοι την ονοµάζουν σήµερα Burgaz Ada, δηλαδή, Το νησί του Κάστρου, εξαιτίας των ερειπίων της µονής Θεοκορυφώτου, ή Μεταµορφώσεως του Χριστού, ή απλώς του Χριστού, που µοιάζει µε κάστρο. Στο νησί σώζεται σήµερα και η µονή του Αγίου Γεωργίου Καρύπη, ενώ πίσω από την προκυµαία ο επισκέπτης θα συναντήσει τον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόµου, που χτίστηκε το 1899, αλλά και την κρύπτη, όπου ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β’ Τραυλός φυλάκισε το 821 τον Άγιο Μεθόδιο τον Οµολογητή.

Σε απόσταση αναπνοής, βρίσκεται η γνωστή σε όλους Χάλκη. Με τη Θεολογική Σχολή να αποτελεί πνευµατικό κέντρο της Ορθοδοξίας, η Χάλκη θεωρείται από τους Ορθόδοξους καθαγιασµένος τόπος, καθώς εδώ φιλοξενούνται τα σκηνώµατα δέκα πατριαρχών, η Θεολογική Σχολή, τρία µοναστήρια και δύο σκήτες. Μετά την Πρίγκηπο είναι το δεύτερο µεγαλύτερο νησί και στο παρελθόν έζησε µέρες ακµής κι ευηµερίας, µε την παρουσία της Θεολογικής Σχολής, τη Σχολή των Ελλήνων Εµπόρων, την Κοινοτική των Χαλκινών Ελληνική Σχολή και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίµων που λειτουργεί και σήµερα. Το όνοµά της το οφείλει στα ορυχεία του χαλκού που υπήρχαν εκεί, αλλά σήµερα οι Τούρκοι την ονοµάζουν Heybeli Αda, που σηµαίνει Ταγαρονήσι (χαΐµπέ στα τούρκικα σηµαίνει δισάκι, διότι οι δύο λόφοι της σχηµατίζουν ένα είδος δισακίου). Πριν το καράβι φτάσει στο λιµάνι, ο επισκέπτης αντικρίζει στην κορυφή του Λόφου της Ελπίδας, την επιβλητική Θεολογική Σχολή που ίδρυσε ο Πατριάρχης Γερµανός ο Δ’ και λειτούργησε από το 1844 ως το 1971. Στα 127 χρόνια λειτουργίας της αποφοίτησαν 930 κληρικοί, από οποίους οι 343 έγιναν επίσκοποι και οι 12 από αυτούς Οικουµενικοί Πατριάρχες, 2 πατριάρχες Αλεξανδρείας, 2 πατριάρχες Αντιοχείας, 4 αρχιεπίσκοποι Αθηνών και 1 αρχιεπίσκοπος Τιράνων, ενώ ως πρεσβύτεροι και διάκονοι υπηρέτησαν στην Εκκλησία 318. Στην αυλή της Σχολής βρίσκεται ο ιερός ναός της Αγίας Τριάδας, που παλαιότερα ήταν µοναστήρι, γνωστό ως Μονή των Δεσποτών, ενώ απέναντι, στον δεύτερο λόφο, όπου και η Σχολή Ναυτικών Δοκίµων, δεσπόζει η Μονή της Καµαριώτισσας (και Κουµαριώτισσα για τους ντόπιους, εξαιτίας των πολλών κουµαριών που υπάρχουν στην περιοχή) και δίπλα η Μονή του Αγίου Γεωργίου του Εγκρεµού ή Κρεµνού.

Το τέταρτο κατοικήσιµο και ταυτόχρονα µεγαλύτερο και πυκνοκατοικηµένο νησί του συµπλέγµατος των Πριγκηπονήσων, είναι η Πρίγκηπος, ή Μεγάλο Νησί (Buyuk Ada) για τους Τούρκους. Εδώ ζούσαν κάποτε περισσότεροι από 15.000 ψυχές, αλλά σήµερα δεν υπερβαίνουν τις 7.500. Όσο για τους Έλληνες, είναι πλέον ελάχιστοι. Το καλοκαίρι, βέβαια, οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης βουλιάζουν το νησί, καθώς το προτιµούν για τις διακοπές τους. Στους λόφους του νησιού δεσπόζουν τα µοναστήρια του Χριστού και του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, ενώ στην Πρίγκηπο έχει την έδρα της σήµερα και η Μητρόπολη Πριγκηπονήσων. Στον οικισµό υπάρχουν και δύο εκκλησίες, της Κοιµήσεως της Θεοτόκου (πίσω από την αποβάθρα) και του Αγίου Δηµητρίου (στην περιοχή Πλάτανος), που είναι και ο µητροπολιτικός ναός των Πριγκηπονήσων.

Τόσο στην Πρίγκηπο, όσο και στ’ άλλα τρία κατοικήσιµα νησιά, δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και δίκυκλα (εκτός από πυροσβεστικά οχήµατα και ασθενοφόρα) και οι µετακινήσεις των κατοίκων και των επισκεπτών γίνονται µόνο µε ιππήλατα αµαξάκια (τα γνωστά παΐτόνια) και ποδήλατα.

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης

Η Θεολογική Σχολή της Χάκης, είναι η πρώτη εντυπωσιακή εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης  προσεγγίζοντας με το καράβι τη Χάλκη. Χτισμένη στην κορυφή του Λόφου της Ελπίδας, ξεπροβάλλει μέσα από τα ψηλά δένδρα και την πυκνή βλάστηση που την περιστοιχίζουν, ενώ το επιβλητικό-αρχονικό κτήριό της αγκαλιάζει στοργικά τη Μονή της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε από τον πατριάρχη Φώτιο τον Α΄, σχεδόν χίλια χρόνια πριν την ίδρυση της Σχολής. Η ίδρυση της Σχολής, είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε την παρουσία της µονής.

Σύµφωνα µε τα ιστορικά στοιχεία, η ίδρυση της Θεολογικής Σχολής αποδίδεται στον πατριάρχη Γερµανό Δ’ (που έµεινε στο θρόνο µεταξύ των ετών 1842-1845 και 1852- 1853), όταν το 1842 επισκέφτηκε τη Χάλκη, είδε ερειπωµένη τη µονή, ζήτησε την άδεια από τις τουρκικές αρχές να την ανοικοδοµήσει κι όταν, τελικά, την 1η Οκτωβρίου 1844 εγκαινιάστηκε, κήρυξε, παράλληλα, και την έναρξη λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής, µέσα στις εγκαταστάσεις της µονής. Τα κτίρια ήταν όλα ξύλινα και περιλάµβαναν χώρους για τη στέγαση των καθηγητών και των σπουδαστών, αίθουσες διδασκαλίας, νοσοκοµείο, διευθυντήριο και πατριαρχικό διαµέρισµα, ενώ ακριβώς δίπλα, σε λιθόκτιστο οίκηµα, στεγαζόταν η βιβλιοθήκη της Σχολής. Ωστόσο, ο σεισµός της 28ης Ιουνίου του 1894, γκρέµισε τα πάντα, µε µοναδικό διασωθέν κτίριο το ναό της µονής.

Χάρη στην προσφορά του µεγάλου ευεργέτη Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ, η µονή και η Σχολή ανακατασκευάστηκαν πάνω σε σχέδια του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη και απέκτησαν τη µορφή που έχουν και σήµερα (µετά και από µια σηµαντική ανακαίνιση που έγινε στη δεκαετία του 1950). Ο Φωτιάδης σχεδίασε τις εγκαταστάσεις της Σχολής σε σχήµα Π (υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους), περικλείοντας µέσα σ’ αυτό το ναό της Αγίας Τριάδας, αλλά και τους τάφους –πίσω από το ιερό βήµα του- πατριαρχών, µητροπολιτών και καθηγητών της σχολής. Οι θεολογικές εγκαταστάσεις περιλαµβάνουν κοιτώνες, αναρρωτήριο, γραφεία και τη σχολική βιβλιοθήκη, η οποία κατέχει σηµαντική ιστορική συλλογή βιβλίων, περιοδικών, και χειρογράφων.

Η παρουσία της Θεολογικής Σχολής Χάλκης από το 1844 µέχρι το 1971 (όταν και διακόπηκε η λειτουργία της από το τουρκικό κράτος εξαιτίας ενός νόµου που απαγόρευε τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστηµίων!), κάλυπτε σηµαντικές εκπαιδευτικές ανάγκες της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και της Ορθοδοξίας γενικότερα, η έντονη παρουσία της δε, χωρίζεται σε πέντε περιόδους:

● Από το 1844 ως το 1919, όταν η Σχολή είχε πέντε επτά τάξεις (τέσσερις γυµνασικές και τρεις θεολογικές).
● Από το 1919 ως το 1923 όταν καταργήθηκε το γυµνασιακό τµήµα και η Σχολή λειτούργησε ως Ακαδηµία µε πέντε τάξεις.
● Από το 1923 ως το 1951, όταν επανήλθε στο παλιό επτατάξιο σχήµα της
● Από το 1951 ως το 1971, όταν η Σχολή λειτούργησε µε επτά τάξεις, αλλά αυτή τη φορά µε τρεις γυµνασιακές και τέσσερις θεολογικές.
● Από το 1971 µέχρι σήµερα που η Σχολή –παρά τις υποσχέσεις των τουρκικών αρχών- δεν λειτουργεί και αποτελεί απλώς προσκηνυµατικό χώρο ή φιλοξενεί διεθνή οικολογικά συνέδρια και συµπόσια.

Ως ίδρυµα του Οικουµενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης βρίσκεται κάτω από την πνευµατική καθοδήγηση του εκάστοτε πατριάρχη και αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου, που απαρτίζουν την «Εφορεία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης», ενώ τη διεύθυνσή της, όσο λειτουργούσε, είχε ο «σχολάρχης» (αρχιµανδρίτης, επίσκοπος, ή µητροπολίτης). Οι σπουδαστές ήταν εσώκλειστοι, φορούσαν οµοιόµορφο κοντό µαύρο ράσο, είχαν περιορισµένες εξόδους και αν έπρεπε να διανυκτερεύσουν για σοβαρό λόγο εκτός της σχολής, έπρεπε να έχουν ειδική άδεια. Η φοίτηση ήταν δωρεάν, αλλά σε περίπτωση που οι σπουδαστές, µετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, δεν χειροτονούνταν, όφειλαν να καταθέσουν χρηµατική αποζηµίωση (το ποσοστό των χειροτονηθέντων έφτανε στο 80%. Πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες φοίτησαν στη Χάλκη, συµπεριλαµβανοµένου και του σηµερινού Πατριάρχη Βαρθολοµαίου.

Μέχρι το 1971, η Σχολή υπαγόταν απ’ ευθείας στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας της Τουρκίας και το καθεστώς της διέπονταν από τον «Κανονισµό λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης». Αυτός εγκρίθηκε στις 25 Σεπτεµβρίου 1951 µε απόφαση του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συµβουλίου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας της Τουρκίας, ενεκρίθη και επεκυρώθη από την Ιερά Σύνοδο στις 5 Οκτωβρίου 1951 και ετέθη σε εφαρµογή στις 3 Οκτωβρίου 1953.

Καίτοι η Σχολή παρείχε λυκειακή και επαγγελµατική εκπαίδευση, οι τουρκικές αρχές διέκοψαν τη λειτουργία της το 1971, µε πρόσχηµα την απαγόρευση της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης. Αλλά ο ίδιος ο εγκεκριµένος από τις αρχές Κανονισµός Λειτουργίας της, τη χαρακτηρίζει επαγγελµατική σχολή, η οποία παρέχει εκπαίδευση τουλάχιστον ενός έτους µετά το λύκειο. Το ζήτηµα της επαναλειτουργίας της Σχολής επαναλαµβάνεται όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ελπίζει ότι οι υποσχέσεις του τουρκικού κράτους που έχουν δοθεί κατά καιρούς, θα τηρηθούν.

Η βιβλιοθήκη της Θεολογικής Σχολής

Η βιβλιοθήκη της Σχολής (που θεωρείται ως δεύτερη Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, µετά από εκείνη του Φαναρίου), είναι από τις πλέον πλούσιες στον κόσµο σε παλαιότυπα και σπάνια βιβλία. Πολλά ανήκουν στη βυζαντινή περίοδο και την εποχή του Θεοδώρου Στουδίτη, του πατριάρχη Φωτίου και της Αικατερίνης της Κοµνηνής.

Κύριος οργανωτής και θεµελιωτής της βιβλιοθήκης -πολύ πριν υπάρξει ακόµη η Σχολή- θεωρείται ο πατριάρχης Μητροφάνης ο Γ’ (1565-1572 και 1579-1580), ο οποίος, µάλιστα, δώρισε και 300 σπάνια χειρόγραφα, πολλά από τα οποία σώζονται σήµερα στην Αίθουσα Χειρογράφων της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης. Εικάζεται ότι η βιβλιοθήκη, πριν τη λειτουργία τής Σχολής, ήταν η βιβλιοθήκη της Μονής της Αγίας Τριάδας, που στεγαζόταν σε ιδιαίτερο χώρο του Πατριαρχείου. Μετά την ίδρυση της Σχολής, ο πατριάρχης Γερµανός ο Δ’, στη διάρκεια της δεύτερης πατριαρχείας του (1852-1853), κατασκεύασε µε προσωπικές του δαπάνες διώροφο λιθόκτιστο κτίριο στο χώρο, όπου και µεταφέρθηκε το πλούσιο υλικό της.

Δυστυχώς, το κτίριο αυτό καταστράφηκε το 1894 από τον µεγάλο σεισµό κι έτσι τα βιβλία τοποθετήθηκαν στο νεοκατασκευαστέν κτίριο, µέχρι το 1927, στη µεγάλη αίθουσα της νοτιοδυτικής πλευράς του πάνω ορόφου. Από το 1927 µέχρι σήµερα, η βιβλιοθήκη φιλοξενείται στο υπόγειο της βόρειας πλευράς της Σχολής. Εκτός της βιβλιοθήκης αυτής, από το 1923 λειτουργεί και Μαθητική Βιβλιοθήκη.

Οικουμενικό Πατριαρχείο

Ιστορία που αγγίζει τα 2000 χρόνια –όσα σχεδόν και η Χριστιανοσύνη- κρύβει πίσω του το Οικουµενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Συνδεδεµένο άρρηκτα µε την ίδρυση, την ανάπτυξη, την οικουµενική πολιτική και την πνευµατική ακτινοβολία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουµενικό Πατριαρχείο απλώνει τις ρίζες του στα πρώτα χριστιανικά χρόνια και στην άσηµη –τότε- πόλη του Βυζαντίου. Είναι η πόλη, που σύµφωνα µε ιστορικές πηγές και την παράδοση της Εκκλησίας, φτάνει εδώ ο Απόστολος Ανδρέας για να κηρύξει το λόγο του Χριστού, αλλά και να ιδρύσει την «επισκοπή του Βυζαντίου», τοποθετώντας ως πρώτο επίσκοπο τον Απόστολο Στάχυ, που θήτευσε από το 38 ως το 54 µ. Χ.

Τον Απόστολο Στάχυ, θ’ ακολουθήσουν άλλοι 24 επίσκοποι, µε τελευταίο τον Άγιο Μητροφάνη, µε τον οποίο κλείνει η άσηµος περίοδος της βυζαντινής πόλης και της επισκοπής της και ανοίγει µια νέα σελίδα στην ιστορία της, µε την καθιέρωσή της, το 331 µ.Χ. από τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, µε το επίσηµο όνοµα «Νέας Ρώµη» (αν και έµεινε γνωστή ως Κωνσταντινούπολη).

Έτσι, λοιπόν, το Οικουµενικό Πατριαρχείο, ή Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, είναι ένα από τα αρχαιότερα κέντρα της χριστιανικής εκκλησίας και σήµερα υφίσταται ως η πρώτη στην τάξη µεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.